0 %

Ο Μαύρος Ιππότης

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Καὶ εἶδον τὰ ὀστᾶ τὰ γεγυμνωμένα, καὶ εἶπον·
Ἆρα τίς ἐστι βασιλεύς, ἢ στρατιώτης, ἢ πλούσιος,
ἢ πένης, ἢ δίκαιος, ἢ ἁμαρτωλός;

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930, το Παγγαίο όρος συνέχιζε να λούζεται από τον ήλιο, το χειμώνα συνέχιζε να σκεπάζεται από τα χιόνια, σαν ένας γκρίζος βράχος μέσα σε ένα κάτασπρο χάος, και συνέχιζε να αποτελεί σημείο αναφοράς για τους κατοίκους της περιοχής, όπως ακριβώς πριν από χιλιάδες χρόνια, τον καιρό που ο Διόνυσος είχε το ιερό του εκεί. Στην πεδιάδα, όχι πολύ μακριά από το βουνό, υπήρχε μια μεγάλη πόλη, αρκετά πλούσια και αρκετά σύγχρονη για την εποχή της. Είχε μεγάλους δρόμους, μεγάλα κτίρια, πολλούς κατοίκους, φωτεινά καταστήματα και, γενικότερα, έσφυζε από κίνηση και ζωή. Ομολογούμε πως όσο και αν ψάξαμε στην ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας, πουθενά δεν βρήκαμε τέτοια πόλη — και μάλιστα μεγάλη. Αγνοούμε το όνομά της, όπως όλοι αγνοούν την ύπαρξή της επάνω στο χάρτη. Το μόνο που γνωρίζουμε είναι ότι σε αυτή τη μεγάλη και άγνωστη πόλη ζούσε ένας νέος που λεγόταν Ιώβ. Ο νέος αυτός μεγάλωσε σε ορφανοτροφείο και κάποτε ήρθε η ώρα να μάθει μια τέχνη για να δουλέψει και να ζήσει. Επέλεξε να γίνει ράφτης.
Η ραπτική είναι αξιοπρεπής και περιζήτητη τέχνη και ίσως μια μέρα να γινόταν γνωστός καλλιτέχνης, αλλά δυστυχώς ο Ιώβ είχε μια σειρά από ελαττώματα: ήταν κουτσός εκ γενετής, με παραμορφωμένο σώμα, και, σαν να μην έφτανε αυτό, η φύση τού επιδαψίλευσε και ένα εξαιρετικά άσχημο πρόσωπο, το οποίο ήταν επίσης παραμορφωμένο. Όλα αυτά τον έκαναν να κλειστεί από μικρός ακόμη στο καβούκι του και να γίνει εξαιρετικά ντροπαλός και εσωστρεφής. Ως ράφτης είχε σπάνιο ταλέντο. Όμως ποια σημασία έχει, σκεφτόταν ο Ιώβ, όταν δεν ξέρεις πώς να σταθείς δίπλα σε άλλα πρόσωπα και να προωθήσεις το έργο σου; Ήταν τόσο ντροπαλός, που μόλις έβλεπε ανθρώπους κοιτούσε να ξεμπερδεύει μαζί τους όσο το δυνατόν γρηγορότερα. Για να πούμε την αλήθεια, όλα αυτά ξεκίνησαν από τότε που ήταν πολύ μικρός, τον καιρό που δεχόταν τα πειράγματα και τους γέλωτες των νεαρών συνομηλίκων του, εξ αιτίας της δυσμορφίας του σώματος και του προσώπου του. Μετά από πολλά χρόνια, καθώς μεγάλωσαν και ωρίμασαν, τα άλλα παιδιά του ορφανοτροφείου είτε δεν ασχολούνταν καθόλου μαζί του όταν τύχαινε να τον συναντήσουν στο δρόμο, είτε, κάποια από αυτά, του έδειξαν μια σχετική συμπάθεια, όμως η ζημιά στην ψυχή του νεαρού ράφτη είχε ήδη γίνει. Τίποτα πια δεν μπορούσε να μετακινήσει από μέσα του την άποψη ότι ποτέ δεν θα είναι σαν τους άλλους.
Ο Ιώβ θεωρούσε πως η όψη του τον απομακρύνει από δύο θεμελιώδη στοιχεία της ανθρώπινης ζωής, και απαραίτητα συστατικά μιας υγιούς ψυχής: τη φιλία και τον έρωτα. Κάποτε, τον καιρό που τελείωσε το σχολείο και βγήκε ως νέος στη ζωή, επιχείρησε να γίνει φίλος με ένα συνομήλικό του. Στην πορεία της σχέσης τους έτυχε να γνωριστούν με δύο νεαρές κοπέλες. Όσο περνούσε ο καιρός, ανάμεσα στη μια κοπέλα και στο φίλο του εξελισσόταν ένα σοβαρό ειδύλλιο. Ανάμεσα, όμως, στον Ιώβ και στην άλλη κοπέλα υπήρχε πάγος, τον οποίο μονάχα ο Ιώβ προσπαθούσε να σπάσει χωρίς αποτέλεσμα. Κάποια στιγμή παρατήρησε ότι έβγαιναν μόνο οι τρεις τους, χωρίς να τον καλούν. Εάν δεν τους προσέγγιζε αυτός, εκείνοι δεν τον καλούσαν. Και κάθε φορά που τους έβλεπε, πίστευε ότι τον λυπούνται. Ανεξαρτήτως αν όντως αισθάνονταν λύπηση, εκείνος αυτό πίστευε κι έτσι σταμάτησε να τους βλέπει. Μάλιστα πίστευε πως ο φίλος του τον αποφεύγει επειδή ντρεπόταν να κυκλοφορεί μαζί με έναν τόσο άσχημο άνθρωπο. Ανεξαρτήτως αν ο φίλος του όντως ντρεπόταν, ο Ιώβ αυτό πίστευε. Από εκείνη την πρώτη απόπειρα για φιλία και έρωτα ακολούθησαν ελάχιστες ακόμη, με παρόμοια κατάληξη. Δεν άργησε να αναπτύξει ένα βαθύ αίσθημα κατωτερότητας και να πιστέψει πως όλοι οι υπόλοιποι άνθρωποι θα τον βλέπουν για πάντα ως κάποιον που αξίζει είτε την αδιαφορία, είτε τον οίκτο. Και ανάμεσα στα δύο, ως λιγότερο χειρότερη θεωρούσε την πρώτη, καθώς ο οίκτος είναι η καταδίκη κάθε αξιοπρέπειας.
Μέχρι που τελικά η απομόνωση της νεανικής ηλικίας έγινε συνήθεια. Όλη του τη ζωή την έβγαλε μέσα στην καταθλιπτική τρύπα του ραφείου του. Το πρωί στη δουλειά μέχρι το μεσημέρι, έπειτα στο σπίτι για φαγητό, μετά πάλι το απόγευμα πάνω από τη ραπτομηχανή και το βράδυ ξανά στο σπίτι για ύπνο. Όλη κι όλη αυτή ήταν η ζωή του, χωρίς φίλους και χωρίς γυναίκα. Είναι να απορεί κανείς για ποιο λόγο ζούσε αυτή η σκιά, ανάπηρη στο σώμα και στην ψυχή. Πάντως η αλήθεια είναι ότι το μυαλό του δούλευε γρήγορα και, αν του δινόταν η ευκαιρία, θα έβαζε κάτω πολλούς αναγνωρισμένους από την κοινωνία ως έξυπνους ανθρώπους. Ήταν εξαίρετος σκακιστής και παρ’ όλο που έπαιζε σκάκι με τον εαυτό του όλη του τη ζωή και μονάχα μια φορά αντιμετώπισε πραγματικό αντίπαλο, είναι βέβαιο πως θα μπορούσε να εξελιχθεί σε πανελλήνιο πρωταθλητή. Όμως κανείς δεν το ήξερε αυτό, όπως και κανείς δεν ήξερε γενικώς τι συμβαίνει στο μυαλό και στην ψυχή του Ιώβ.
Εκτός από το σκάκι, ο Ιώβ κάπου-κάπου διάβαζε βιβλία. Απομονωμένος καθώς ήταν, θεωρούσε πως δεν είχε το προνόμιο να δοκιμάζει τις ιδέες του επάνω στο αμόνι της συζήτησης. Όμως προσπαθούσε, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, να ακούει άλλους να μιλάνε για τα θεωρητικά θέματα που έβρισκε ενδιαφέροντα. Πολλές φορές μπήκε σε μια πνευματική λέσχη της πόλης του για να παρακολουθήσει ομιλίες. Οτιδήποτε άκουγε εκεί μέσα προσπαθούσε να το συσχετίσει με τον εαυτό του, να καταλάβει με ποιον τρόπο τον αφορά.
Μια μέρα καθώς πήγαινε στη δουλειά του και πέρασε έξω από τη λέσχη, διάβασε στην αφίσα πως εκεί σε λίγο θα γινόταν μια ομιλία «Περί της μελλούμενης και αναπόφευκτης ισότητας των ανθρώπων» από ένα καθηγητή. Μπήκε μέσα για να παρακολουθήσει.
Ένας κοντός, περίπου σαράντα ετών, ομιλητής με στρόγγυλα γυαλιά, επί μία ώρα προσπαθούσε να αποδείξει πως οι άνθρωποι είναι «εκ φύσεως και εκ γενετής ίσοι» και επιστράτευσε για το σκοπό αυτό επιχειρήματα σύμφωνα με τα οποία όλοι κάποτε θα καταλάβουν αυτήν την απλή αλήθεια: «κανένας άνθρωπος δεν είναι ανώτερος από τους άλλους ανθρώπους. Και κάποτε όλοι θα το δουν ξεκάθαρα και θα το θεωρούν δεδομένο, όπως ότι ο ήλιος ανατέλλει κάθε πρωί». Με αυτό το συμπέρασμα ο καθηγητής έκλεισε την ομιλία του.
Ο Ιώβ αγανάκτησε ακούγοντας αυτό το «εκ φύσεως και εκ γενετής ίσοι» και σκέφτηκε να σηκωθεί και να δείξει σε όλους το σώμα και το πρόσωπό του, αλλά τελικά ντράπηκε και δεν το έκανε. Αρκέστηκε να παρακολουθήσει την ομιλία μέχρι τέλους και να αποχωρήσει χωρίς να μείνει για τη συζήτηση ανάμεσα στον ομιλητή και το κοινό. Το ίδιο βράδυ, όταν γύρισε σπίτι, έπεσε σε συλλογή. Έψαξε στα συρτάρια του και βρήκε, καταχωνιασμένη, τη μοναδική φωτογραφία του, που καταδέχτηκε να τραβήξει όταν ήταν νέος. Μετά στάθηκε μπροστά από τον καθρέφτη και κοιτούσε το είδωλο και τη φωτογραφία. Τα χρόνια πέρασαν σαν το νερό και ούτε που κατάλαβε για πότε άσπρισαν τα μαλλιά του. Μέχρι να πεις κύμινο έφτασε στα πενήντα, αλλά φαινόταν δέκα χρόνια πιο γέρος. Αυτό πια το έβλεπε και ο ίδιος όταν κοιτούσε το πρόσωπό του στον καθρέφτη, το οποίο άρχισε από ένα σημείο και μετά να το μισεί και να το θεωρεί, όπως και οι υπόλοιποι άνθρωποι, σχεδόν αποκρουστικό.
Έβαλε πάλι τη φωτογραφία βαθιά στο συρτάρι, πλησίασε στο παράθυρο, κοίταξε τον έρημο δρόμο. Σκέφτηκε πως σε λίγο καιρό θα έρθουν τα Χριστούγεννα και φυσικά θα ήταν ίδια με τα άλλα. Αγαπούσε τα Χριστούγεννα, του άρεζε να πηγαίνει στην εκκλησία νωρίς το πρωί, να ακούει τις ψαλμωδίες, κι έπειτα, μετά τη λειτουργία, να κάνει βόλτα μόνος του στη γεμάτη από κόσμο αγορά, να νιώθει πλάι στους άλλους τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Ωστόσο κάθε νύχτα Χριστουγέννων η ψυχή του γέμιζε μελαγχολία. Αυτή τη μελαγχολία θυμήθηκε. Εκείνη τη νύχτα είχε πάρει την οριστική απόφαση πως η ζωή του δεν είχε κανένα νόημα, πως δεν είχε περισσότερη αξία από αυτή μια μύγας και πως το μόνο που του έμενε ήταν να πεθάνει. Το πρωί ένιωθε τέτοια θλίψη, που δεν ήθελε να σηκωθεί από το κρεβάτι.
Σηκώθηκε και πήγε στο ραφείο του. Δεν έπιασε καμιά από τις παραγγελίες και σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να πεθάνει: «Πρώτον, θα πρέπει να είναι ανώδυνος και γρήγορος. Όπως μια πιστολιά στον κρόταφο. Το μόνο πρόβλημα είναι ότι αν μπω σε ένα μαγαζί με είδη όπλων… Σίγουρα ο μαγαζάτορας μόλις με δει θα αρνηθεί να μου δώσει το πιστόλι… Δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά… Ίσως δει το πρόσωπό μου… Σίγουρα θα αρνηθεί… Η επόμενη λύση είναι μια γενναία δόση από διάφορα φάρμακα. Πόσα από αυτά θα ήταν αρκετά;».
Και εκείνη τη στιγμή που σκεφτόταν πόση ποσότητα φαρμάκων είναι αρκετή για να τον σκοτώσει, άνοιξε η πόρτα και μπήκε μια νεαρή και πανέμορφη κοπέλα. Ήταν γύρω στα είκοσι με είκοσι δύο και ήταν ντυμένη με ακριβά ρούχα. Είχε ανοιχτόχρωμα μάτια, σκούρα μαλλιά, σαρκώδη χείλη και ασυνήθιστα μελαγχολικό πρόσωπο, που της προσέδιδε ίσως ακόμη περισσότερη γοητεία. Αλλά ο Ιώβ είχε πάψει εδώ και καιρό να προσέχει τη γυναικεία ομορφιά, όχι επειδή τού ήταν αδιάφορη, αλλά επειδή θεωρούσε πως η γυναικεία ομορφιά είναι όπως ο χρυσός και το ασήμι. Είναι άφθονα στη φύση, αλλά δεν προορίζονται για αυτόν. Και ακόμη περισσότερο εκείνη τη στιγμή, μέσα στη δίνη των σκέψεων που τον κατέτρωγαν, δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο εκτός από το πώς θα έκανε το μεγάλο βήμα, να δραπετεύσει από τη ζωή.
Η νέα με τη σειρά της, και παρ’ όλη τη μελαγχολία της, το πρώτο πράγμα που παρατήρησε ήταν το πρόσωπο αυτού του ράφτη. Τόσο χαρακτηριστική ήταν η ασύμμετρη φυσιογνωμία του, ώστε οποιοσδήποτε άνθρωπος, ακόμα και βυθισμένος σε σκέψεις, οπωσδήποτε θα την παρατηρούσε. Ωστόσο, προσπάθησε γρήγορα να διώξει την έκπληξή της για να μην τον προσβάλει.
Ο Ιώβ την κοίταξε αδιάφορα, ύστερα κάπως αγριεμένα επειδή τον διέκοψε από τις σκέψεις του. Στο τέλος την ρώτησε:
— Τι θέλετε;
— Τα γράμματα της ταμπέλας σας έξω δεν φαίνονται καλά, απάντησε ντροπαλά η κοπέλα.
—  Ναι, την έχει φάει ο χρόνος και αυτήν.
—  Μου είπαν ότι είστε ράφτης… Πολύ καλός.
Ο Ιώβ χτυπούσε τα δάκτυλά του νευρικά στο μικρό γραφειάκι του, σαν να ήθελε να της πει «δεν με ξεφορτώνεσαι;».
—  Ο αρραβωνιαστικός μου, συνέχισε η νέα, θέλει ένα κουστούμι για το γάμο μας. Μετακομίσαμε για λίγο εδώ δίπλα. Οι γείτονες μάς είπαν ότι είστε ο καλύτερος ράφτης.
—  Ναι, πάλι καλά.
Η κοπέλα ένιωσε αμήχανα.
— Ακούστε, είπε ο Ιώβ. Θα ήταν καλύτερο να έρθει εδώ ο αρραβωνιαστικός σας. Στο κάτω κάτω αυτός θα φορέσει το κουστούμι. Είμαι εδώ από τις οκτώ το πρωί μέχρι… «Να πάρει ο διάολος», σκέφτηκε. «Τι κάθομαι και καθυστερώ τώρα με φλυαρίες;».
—  Τι φορέματα είναι αυτά; είπε η νέα και πήγε να τα δει από κοντά. Ήταν κρεμασμένα αρκετά μακριά από την είσοδο όπου στεκόταν, αλλά τα παρατήρησε.
—  Δεν είναι τίποτα… Ανοησίες που κάνω στον ελεύθερο χρόνο μου.
Η νέα όμως ενθουσιάστηκε.
—  Δεν έχετε δίκιο! Μπορώ να πω ότι θα τα ζήλευαν πολλοί καλλιτέχνες! Πόσο καλά ξέρετε να συνδυάζετε τα χρώματα και τις γραμμές! Τι χαρές θα κάνουν η γυναίκα ή η κόρη σας… Να δοκιμάζουν πρώτες τα φορέματα που φτιάχνετε στον ελεύθερο χρόνο σας! Μα, είναι υπέροχα! Σας βεβαιώ, δεν λέω μεγάλα λόγια, δεν σας λέω ψέματα, γιατί είμαι ερωτευμένη με τη ραπτική.
Ο Ιώβ για μια στιγμή ένιωσε μια χαρά να σκιρτάει μέσα του. Εκείνη συνέχισε όλο και πιο θερμά να μιλάει για τα φορέματα, μέχρι που ο Ιώβ ξέχασε για λίγο και την αυτοκτονία και την αναπηρία του και όλα.
— Περιμένετε λίγο. Έχω κι άλλα φορέματα, πιο όμορφα από αυτά… Αυτά δεν είναι τόσο καλά, τα έκανα βιαστικά, δεν μου άρεσαν τόσο οι συνδυασμοί… Τα χρώματα… Καταλαβαίνετε…
Μπήκε σε ένα μικρό δωμάτιο και έβγαλε μερικά ακόμη φορέματα.
— Ω! έκανε από θαυμασμό η μικρή κοπέλα. Είναι όλα τους πανέμορφα! Εσείς θα έπρεπε να είστε ένας ράφτης της κεντρικής λεωφόρου, κι όχι να χαραμίζεστε εδώ μέσα!
Ο Ιώβ μόνο που δεν έκλαψε ακούγοντας τόσους επαίνους για το έργο του και μάλιστα από ένα τόσο ωραίο στόμα. Κοκκίνισε και είπε ντροπαλά:
—  Δεν πειράζει, όπως είπατε κι εσείς, δηλαδή όπως είπαν και οι γείτονες… Καλά είμαι και εδώ…
—  Μην είστε τόσο μετριόφρων! Και δείξτε μου και τα υπόλοιπα που έχετε μέσα! Είμαι βέβαιη ότι έχετε κι άλλα!
—  Μα… Εντάξει… Έχω κι άλλα.
Έφερε και άλλα φορέματα. Καθένα από αυτά έμοιαζε στα μάτια της νέας ξεχωριστό, ομορφότερο από τα υπόλοιπα. Πολλοί γνώριζαν το ταλέντο και την τέχνη του Ιώβ, άνδρες και γυναίκες, όμως τα εγκώμια που έπλεξε η μελαγχολική κοπέλα, της οποίας η διάθεση άλλαξε μονομιάς όταν δοκίμασε νοερά επάνω της τα εξαίρετα έργα του, δεν έμοιαζαν με τις συνηθισμένες φιλοφρονήσεις που δεχόταν ο Ιώβ κατά καιρούς από διάφορους πελάτες του. Δεν το είχε αντιληφθεί ακόμη, αλλά ήταν η μοναδική φορά που ένιωσε μια βαθιά θαμμένη φαντασίωση να πραγματοποιείται, ή τουλάχιστον έμοιαζε σαν να πραγματοποιήθηκε. Αυτός ήταν ο λόγος που κι εκείνος ξέχασε αμέσως τη στεναχώρια του.
Ο Ιώβ έτρεφε προς τη ραπτική αγνή αγάπη. Ήταν επαγγελματίας, αλλά αγνός καλλιτέχνης, δηλαδή παρ’ όλο που έβγαζε χρήματα από αυτήν την τέχνη, δεν έκρυβε μέσα του ιδιοτέλεια, ούτε ήθελε να ξεχωρίσει ανάμεσα στους άλλους ράφτες. Απλώς την ασκούσε ως επάγγελμα επειδή ήταν το μόνο που ήξερε να κάνει καλά. Εάν είχε τη δυνατότητα να πληρώνεται κάνοντας άλλη δουλειά, ουδέποτε θα σταματούσε τη ραπτική, και δεν θα τον ενδιέφερε αν οι άλλοι θα αναγνώριζαν την αξία των έργων του, ούτε αν θα του έδιναν χρήματα.
Από πολύ μικρός λοιπόν, τον καιρό που έκανε έστω και ελάχιστα όνειρα, φανταζόταν πως η ιδανική γυναίκα, η γυναίκα που θα νυμφευόταν, θα έχει σίγουρα την ίδια αγνή αγάπη προς τη ραπτική. Την φανταζόταν ως μία μούσα, να δοκιμάζει πρώτη τα φορέματα που εκείνος θα έραβε. Και όλα αυτά τα χρόνια δεν έτυχε ούτε μια φορά να δείξει τα συγκεκριμένα έργα, τις «ανοησίες που φτιάχνει στον ελεύθερο χρόνο του», σε μια γυναίκα σαν αυτήν που στεκόταν τώρα μπροστά του, και της οποίας την ομορφιά άρχισε να παρατηρεί μόλις του είπε πως είναι ερωτευμένη με την ίδια τέχνη που αγαπούσε κι εκείνος.
— Σας ευχαριστώ για τα ευγενικά σας λόγια. Διαλέξτε όποιο φόρεμα θέλετε… Πάρτε τα όλα αν θέλετε…
— Μα, τι λέτε; είπε η κοπέλα γελώντας χαριτωμένα. Να τα πάρω όλα; Τον κόπο σας; Εσείς δουλέψατε για να τα φτιάξετε και θα τα πάρω όλα εγώ; Θα αγοράσω σίγουρα αυτό το κόκκινο. Και αυτό το σκούρο πράσινο με τις χρυσές λεπτομέρειες. Και αυτό το μαύρο με την ασημένια ζώνη, και αυτό το λευκό που μοιάζει με νυφικό. Αχ, δεν μπορώ να διαλέξω, τι θα κάνω; είπε και γέλασε πάλι χαριτωμένα.
— Κοιτάξτε, πιστεύω πως αν πάρετε κάποια και αφήσετε τα υπόλοιπα, θα στεναχωρηθείτε, γιατί κατάλαβα πως σας αρέσουν πολύ όλα. Σας αρέσει η τέχνη αυτή, έτσι δεν είναι;
— Μακάρι να μπορούσα να μάθω κι εγώ πλάι σε ένα ράφτη την τέχνη του. Όμως ήδη πέρασε η ώρα και ο αρραβωνιαστικός μου με περιμένει. Σας υπόσχομαι ότι θα έρθω ξανά, μια άλλη μέρα. Θα αγοράσω το μαύρο, όσο για τα υπόλοιπα, δεν πειράζει, θα τα πάρω κι εκείνα μια άλλη φορά γιατί πραγματικά ενθουσιάστηκα μαζί τους.
Έδωσε το χέρι της στον Ιώβ και είπε ότι την λένε Μαρία. Ο Ιώβ ανταπέδωσε τη χειραψία με θέρμη και της συστήθηκε.
— Ώστε σας λένε Ιώβ, όπως ο Ιώβ ο πολυπαθής;
Ένα χαμόγελο έλαμψε στο πρόσωπο της νέας, και φαινόταν τόσο χαρούμενη από τα φορέματα που είδε, ώστε του έσφιξε ξανά το χέρι, ο δε Ιώβ ένιωσε ένα λυγμό να ανεβαίνει στο στήθος του και παρ’ ολίγο θα έκλαιγε.
Έπειτα η Μαρία άφησε τα χρήματα για το φόρεμα πάνω στο γραφείο και τον αποχαιρέτησε. Ο Ιώβ την ξεπροβόδισε μέχρι το κατώφλι και την κοιτούσε από μακριά, μέχρι να στρίψει τη γωνία. Ύστερα κοίταξε τα φορέματα που της έδειξε πριν λίγο, και έπιασε τις παραγγελίες.
Τις υπόλοιπες μέρες, είτε βράδυ ήταν είτε πρωί, ο Ιώβ δεν σκεφτόταν τίποτα εκτός από τη Μαρία. Έφερνε ξανά και ξανά στο μυαλό του την επίσκεψή της στο μαγαζί του, ανακαλούσε με κάθε λεπτομέρεια το διάλογο που είχαν, τι την ρώτησε, τι του απάντησε, τι φορούσαν, τι ώρα ήταν, ποιο φόρεμα διάλεξε, πόσα χρήματα άφησε στο γραφείο. Είχε εγκαταλείψει το σχέδιο της αυτοκτονίας, αλλά δεν αισθανόταν μέσα του χαρά και πληρότητα. Συνέχιζε να είναι δυστυχής. «Ώστε μπορεί να θέλει να ζει ένας άνθρωπος, ακόμη κι έτσι;», στοχαζόταν. «Τότε ποιο το νόημα; Θλιμμένος ήμουν και πριν, το ίδιο είμαι και τώρα». Παρ’ όλα αυτά, συνέχισε να ζει.
Είχε μεγάλη περιέργεια να γνωρίσει τον αρραβωνιαστικό της Μαρίας. Καθώς τους απορρόφησε η συζήτηση και τους δύο, ξέχασαν ότι η Μαρία ήρθε στο ραφείο για το κοστούμι του μέλλοντα συζύγου της. Τούτο σημαίνει πως ίσως μια από τις επόμενες μέρες τον επισκεφτούν μαζί. Το βέβαιο είναι, σκεφτόταν, πως θα είναι κάποιος αντάξιος της ομορφιάς της. Μην αντέχοντας άλλο να περιμένει, κατόρθωσε να μάθει τουλάχιστον το όνομα του άνδρα τον οποίο επρόκειτο να παντρευτεί η νεαρή που, όπως έμαθε, μετακόμισε πριν από λίγους μήνες στην περιοχή τους: λεγόταν Λέων Βασιλικός. Μονάχα αυτό έμαθε από έναν άλλο επαγγελματία της γειτονιάς, και δεν τον ρώτησε περισσότερα επειδή δεν ήθελε να φανεί πως δείχνει υπερβολικό ενδιαφέρον.
Ώσπου ένα πρωινό, καθώς καθόταν στο παράθυρο του ραφείου βλέποντας το δρόμο και σκεπτόμενος τη Μαρία, την είδε να στρίβει τη γωνία μαζί με έναν άνδρα που την κρατούσε από το χέρι. Πέρασαν μπροστά από το μαγαζί του, χωρίς να γυρίσουν το κεφάλι τους για να το δουν, και συνέχισαν να περπατούν αργά, σαν ερωτευμένοι, προς την πλατεία των Ρόδων.
Ο Ιώβ πρόλαβε να δει καθαρότατα τον αρραβωνιαστικό της. Μόλις οι δυο τους απομακρύνθηκαν αρκετά, έτρεξε, βγήκε έξω και τους έβλεπε από μακριά, ώσπου εξαφανίστηκαν τελείως. Πρόλαβε να δει πως ο Λέων ήταν ένας άνδρας μεσόκοπος, περίπου στην ίδια ηλικία με αυτόν, ψηλός, με γκρίζα μαλλιά και πράσινα μάτια. Το βλέμμα του απέπνεε εξυπνάδα, δύναμη, αποφασιστικότητα και εμπειρία. Το παρουσιαστικό του φανέρωνε επίσης αρχοντική, πλούσια καταγωγή, καλή υγεία και ευζωία. Ο Ιώβ τον έβλεπε πρώτη φορά και πιθανόν να μετακόμισε πρόσφατα στην πόλη τους. Η πρώτη εικόνα που σχηματίστηκε στο μυαλό του όταν τον είδε πλάι στη Μαρία, ήταν αυτός ο άνδρας στα νιάτα του. Προσπαθούσε να τον φανταστεί χωρίς το βάρος της ηλικίας που έφερε τώρα επάνω του, πριν από τουλάχιστον είκοσι χρόνια, και τότε ένιωσε μέσα του κάτι αρνητικό για αυτόν. Όλα αυτά κράτησαν λίγα δευτερόλεπτα. Έπειτα άνοιξε βιαστικά την πόρτα του ραφείου, μπήκε μέσα, την έκλεισε, και ακούμπησε την πλάτη του πάνω της.
— Είναι ερωτευμένη μαζί του. Η Μαρία πρόκειται να παντρευτεί κάποιον στην ηλικία μου. Δεν είναι βέβαια σαν εμένα, όμως… Ολοφάνερα είναι σχετικά μεγάλος σε ηλικία.
Όμως δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την κρυφή σκέψη του, και είδε το είδωλό του στον καθρέφτη που προόριζε για τους πελάτες, όταν φορούσαν τα εξαίσια έργα που τους έφτιαχνε. Έφερε ένα γύρο, παρατήρησε προσεκτικά ολόκληρο τον εαυτό του, και έσμιξε τα φρύδια του, στεναχωρημένος και σκεπτικός.
Ο Ιώβ έκρινε τον εαυτό του πολύ σκληρά, ίσως στα όρια της υπερβολής. Τα θετικά στοιχεία που έβρισκε σε αυτόν ήταν ελάχιστα, τα αρνητικά πολλά. Μισούσε το πρόσωπό του και το σώμα του, αλλά από καιρό σε καιρό, όπως τώρα που είδε τον αρραβωνιαστικό της Μαρίας, μισούσε και τον χαρακτήρα του. Πολλές φορές, το αίσθημα κατωτερότητας που του προκαλούσε η εξωτερική του εμφάνιση τον οδηγούσε σε ξεσπάσματα μίσους απέναντι σε αυτούς που θεωρούσε ως φυσιολογικούς και προνομιούχους ανθρώπους. Μετά τα ξεσπάσματα ακολουθούσαν πικρές μετάνοιες, και ύβρεις εναντίον του εαυτού του, για τον οποίο έλεγε κατά καιρούς, με σκληρότατο τρόπο, πως είναι «ένα τέρας, χωρίς όμορφο πρόσωπο και χωρίς όμορφη ψυχή. Γιατί η μοίρα δεν σου επιτρέπει να επιλέξεις το πρόσωπό σου, αλλά τον εσωτερικό σου κόσμο τον φτιάχνεις εσύ». Τέτοιες σκέψεις έκανε όταν ήταν έφηβος, τέτοιες όταν έγινε νέος, τέτοιες και τώρα που γέρασε.
Η εικόνα που είδε πριν λίγο τον τάραξε. Μια φορά, όταν ήταν περίπου τριάντα ετών, είδε ένα όνειρο. Ήταν έξω από μια πύλη και έβλεπε όλους τους ανθρώπους να την διαβαίνουν. Εκείνος στεκόταν μόνος του παραπέρα και προσπαθούσε να ακολουθήσει τη σειρά των υπολοίπων, να περάσει την πύλη. Αλλά έξω από την πύλη στεκόταν ένα μεγάλο, ανθρωπόμορφο φίδι που επέτρεπε σε όλους να μπουν εκτός από εκείνον. Συνέχιζε να περιμένει καρτερικά και στεναχωρημένος, μέχρι το μεγάλο φίδι να του επιτρέψει την πρόσβαση, αλλά φαινόταν ότι ποτέ δεν θα γίνει κάτι τέτοιο. Ο Ιώβ πλησίασε δειλά προς την πύλη και έμεινε έκθαμβος, γιατί μέσα είδε ένα μεγάλο κήπο που έλαμπε σαν ήλιος. Και είδε ανθρώπους να περιφέρονται μέσα στον κήπο, χαμογελαστοί και ευτυχισμένοι.
Από αυτόν τον κήπο αισθανόταν αποκλεισμένος.
Το ίδιο ακριβώς όνειρο είδε και εκείνη τη νύχτα. Αφότου είδε τη Μαρία να κρατάει το χέρι αυτού του ανθρώπου, να περπατούν μπροστά του, έξω από το ραφείο, χωρίς να κοιτάξουν μέσα, θυμήθηκε τον όμορφο κήπο και η φαντασία τον έστησε ξανά μπροστά του.
Δεν επέστρεψε καν στο σπίτι και ο ύπνος τον βρήκε ακουμπισμένο πάνω στο γραφείο του. Το πρωί ξεκλείδωσε την πόρτα και συνέχισε τις δουλειές του, ώσπου μπήκε στο μαγαζί μια συμπαθητική μεσόκοπη γυναίκα. Ήταν μια πελάτισσα που λεγόταν Αίθρα και την οποία ο Ιώβ ήξερε πολλά χρόνια. Ποτέ δεν ανέπτυξε μαζί της ιδιαίτερες σχέσεις, αλλά η Αίθρα τον θεωρούσε ως τον πιο ταλαντούχο ράφτη της πόλης και μονάχα σε αυτόν πήγαινε για να διορθώσει τα ρούχα της.
Πρώτη φορά η Αίθρα είδε τον ράφτη Ιώβ τόσο στεναχωρημένο και μετά από αρκετή σκέψη, τον ρώτησε αν τον απασχολεί κάτι. Επίσης μετά από πολλή σκέψη, ο Ιώβ ανοίχτηκε για πρώτη φορά σε έναν άνθρωπο και είπε ότι γνώρισε μια νεαρή, τη Μαρία, που μόλις πρόσφατα μετακόμισε στη γειτονιά του.
Η Αίθρα τα κατάλαβε όλα:
— Ναι, τους γνωρίζω και τους δύο. Πιστεύω πως δεν τον αγαπάει. Ποτέ δεν τον αγάπησε. Για άλλους λόγους είναι μαζί.
— Τότε μπορείς να μου εξηγήσεις για ποιους λόγους δύο άνθρωποι, εκ των οποίων τουλάχιστον ο ένας δεν αγαπά τον άλλο… Γιατί βρίσκονται μαζί ο Λέων και η Μαρία;
— Θα σου εξηγήσω, αν μου υποσχεθείς ότι δεν θα αναφέρεις σε κανέναν αυτά που θα σου πω.
Ο Ιώβ υποσχέθηκε, και η Αίθρα τού εξήγησε όλο το υπόβαθρο κάτω από το ειδύλλιο της Μαρίας και του Λέοντα, βάσει όσων ήξερε.